Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Έψιλον.


Ναι.Είμαι και εγώ μια ακόμη βαρετή παρουσία που έχει άποψη για όλα.Είμαι τόσο βαρετή που αυτά τα βαρετά "όλα"περιλαμβάνουν την τέχνη,τους συμβολισμούς,τις απαισιοδοξίες,τα αδιέξοδα που έχεις βαρεθεί να ακούς και να διαβάζεις από χιλιάδες ανθρώπους της τέχνης.Όλοι αυτοί οι άνθρωποι προσπαθούν να την ερμηνεύσουν και να την ορίσουν αδειάζοντας τον εαυτό τους στο χαρτί,στην σκηνή ή στην παλέτα και το μόνο που καταφέρνουν είναι να δηλώνουν το ίδιο πράγμα με χίλιους δυο διαφορετικούς τρόπους από χιλιές δυο διαφορετικές οπτικές γωνίες.
Σειρά σου να με υποστείς και σειρά μου να αισθανθώ πως λέω κάτι σημαντικό.Και ας καταλήξω στο συμπέρασμα πως η τέχνη γράφεται με έψιλον και όχι με άλφα γιώτα.

Ένα απόγευμα είχα πάει με μια φίλη σε μια πανέμορφη καφετέρια που σε ταξιδεύει γρήγορα,αβίαστα και χωρίς κόστος στην Γαλλία.Jazz μουσική,μικρά τραπεζάκια,κομψά βάζα με όμορφα λουλούδια,γοητευτικοί και ευγενικοί σερβιτόροι.Όλα συνοδευμένα από ένα άρωμα γλυκόπικρο.Η ώρα κυλούσε.Μαζί της και η κουβέντα.Η σοκολάτα στις δυο μεγάλες άσπρες κούπες λιγόστευε με την ώρα.Ένα αόρατο ρολόι στεκόταν πάνω από το τραπέζι μας.Οι δείκτες του ξαφνικά άρχισαν να κάνουν φασαρία.Η μουσική σταμάτησε,η σοκολάτα συνέχιζε να αφήνει αναμνήσεις στις κούπες και εμείς σωπάσαμε.Κοιταχτήκαμε μια στιγμή.Αυτό ήταν.Ο δείκτης την σημάδεψε για πάντα.Ο μόνος ήχος που πρόδωσε την σιωπή.

Η στιγμή.Πόσο φτωχή στέκεται στο χάος και πόσο σημαντική γίνεται στο δικό σου,εσωτερικό χάος.Δυο κούπες άδειες σε ένα μικρό τραπέζι,δυο άνθρωποι που τους επιτηρεί ο χρόνος και μια ματιά που μαρτυράει την καταγραφή της στιγμής στην μνήμη.Αυτό είναι τέχνη.Η καταγραφή της πραγματικότητας ως στιγμή στον εσωτερικό σου κόσμο με τις συντεταγμένες του πραγματικού.Δεν είναι τυχαίο που μόλις τελείωσε η στιγμή κοιτάξαμε την άδεια κούπα και αναρωτηθήκαμε πόσο γρήγορα τελείωσε η σοκολάτα.Πόσο γρήγορα τελειώνει ο χρόνος μας στον κόσμο αφήνοντας υπολείμματα μας στις επιφάνειες του.

Ξέρω.Με θεωρείς φαντασμένη που ταυτίστηκα με την σοκολάτα.
Την επόμενη φορά,όμως,που θα την αντικρίσεις θα σου φανεί λίγο πιο μαύρη και αδιέξοδη.
Είδες που τελικά δεν κατάφερα τίποτα;
Η τέχνη γράφεται με έψιλον.
(Η αλήθεια,τουλάχιστον,είναι κάτι)

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Προσωπογραφία.


Έχω εμμονές.Δεν ντρέπομαι να τις κρύψω.Δεν θέλω να τις πολεμήσω.Οι άνθρωποι τις θεωρούν ελάττωμα.Προσπαθούν,φαντάζομαι,να μην ξεφεύγουν χιλιοστό από τα πλαίσια της πραγματικότητας για να την δέχονται πιο ανώδυνα.Αρκεί που είναι ανώδυνα και όλα σωστά και απόδεκτα.

Ζώ για τις εμμονές μου.Είναι ίσως ο μόνος τρόπος να αισθάνομαι πλήρης κάποιες στιγμές,απειροελάχιστες.Εγώ.Εγώ που βαριέμαι ένα καινούργιο φόρεμα την στιγμή που θα αγγίξει το σώμα μου.Είναι ένα καταφύγιο που δεν υπάρχει πουθένα.Εμφανίζεται μονάχα όποτε η συγκίνηση και η εικόνα της δεν με αφήνουν να δω και να σκεφτώ τίποτα άλλο.

Παλαιότερα μου άνοιγε την πόρτα της πιο συχνά.Ήμουν πιο παιδί.Το παιδί αυτό έκλαιγε με το παραμικρό ερέθισμα από συγκίνηση.Είχε εκτεθεί ανεπανόρθωτα στον εαυτό του για την συγκίνηση που ένιωθε για ένα πρόσωπο.Το κοίταζε ώρες ατέλειωτες με τα μάτια ορθάνοιχτα,εξέταζε ένα προς ένα τα χαρακτηριστικά του,έκανε τις γκριμάτσες του,περπατούσε όπως εκείνο,μιλούσε όπως εκείνο,έφτιαχνε τις νύχτες αναρίθμητες ιστορίες με εκείνο.
Εμμονή.

Μεγαλώντας ερωτεύτηκε ένα ρόλο.Μαζί με αυτόν και όσους είχαν κάτι από το αδιέξοδο και την αυτοκαταστροφή του.Έβαζε σε επανάληψη τις σκηνές που το συγκλόνιζαν περισσότερο για να γίνει δική του η συγκίνηση και να περιμένει την επόμενη.Ταυτιζόταν με κάθε καρέ,κάθε κίνηση.Και αφού μάθαινε καλά τα λόγια και τα βλέμματα πήγαινε στον καθρέφτη σαν ηθοποιός σε πρεμιέρα και έπαιζε κανονικά τον ρόλο μέχρι να τελειώσει η επιρροή του παραμυθιού και να πέσει η αυλαία.Η ίδια παράσταση ανέβαινε κάθε φορά με το ίδιο αγχός και το ίδιο απαρηγόρητο βλέμμα.
Εμμονή.

Είχα ξεχάσει τα θέατρα που έστηνα μικρή στον εαυτό μου.Μέχρι που ένα βλέμμα και μια όμορφη ακολουθία λέξεων μου θύμισε τόσο τύχαια τις κρυφές ιστορίες που ζούσα κάποτε με ανθρώπους που δεν είχαν καμία επίγνωση της ύπαρξης μου.Και ούτε έχουν.Ο λόγος που δεν αποκαλύπτω τις ταυτότητες αυτών των ανθρώπων είναι γιατί κατά βαθός πιστεύω ακόμη πως έχω μοιραστεί κάτι μαζί τους,εν αγνοία τους.Και αυτό τους κάνει οικείους. Προσωπικούς.Μοναδικούς.

Κι όταν τους συναντάω καμιά φορά έξω από θέατρα ή σε πεζοδρόμια της Αθήνας,το παιδί κοιτάζει με το ίδιο απαρηγόρητο βλέμμα.Ποτέ δεν θα μάθουν τι σημάδι άφησαν στο κορίτσι που περνάει από δίπλα τους.

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Μαύρα ρούχα.


Η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ προφανής.Η σύσταση της με την σημερινή μορφή δεν είναι μονόδρομος εξ'αρχής.Είναι θέμα επιλογής.Η επιλογή είναι θέμα πρόθεσης και αυτό είναι το σημείο εκκίνησης.

Η πρόθεση.Οτιδήποτε μας περιβάλλει οφείλεται στην πρόθεση και σε όποιον την πηγαίνει ένα βήμα παρά πέρα κάνοντας την πράξη.Ο κόσμος και το προφίλ που υψώνεται στα μάτια μας είναι αυτό που σκέφτηκαν και υλοποίησαν όσοι είχαν την δυνατότητα να το κάνουν.Κι αν τώρα ζούμε σε μια φασαρία χωρίς λόγο ύπαρξης και έχουμε ξεχάσει πως να χαμηλώνουμε την φωνή μας είναι γιατί συνηθίσαμε πια να ακούμε την φασαρία και την αντιμετωπίζουμε σαν τον αέρα που αναπνέουμε.Αυτονόητα.Το χειρότερο και πιο ευφυές δημιουργημα του κόσμου αυτού είναι η ψευδαίσθηση πως σκεφτόμαστε αναπαράγοντας με εξαιρετική επιτυχία την διαδικασία της σκέψης χωρίς όμως το βασικό της χαρακτηριστικό,το συμπέρασμα.Σκέψη μεταφράζεται ως το ουρλιαχτό κάθε λέξης που πηγάζει από την γλώσσα και σπάνια από το νου το οποιό έχει ως αυτοσκοπό το ουρλιαχτό.

Ο κόσμος θα είχε ανθρώπινα γνωρίσματα μόνο αν την πρόθεση την γεννούσε η συνείδηση.Σε μια τέτοια περίπτωση ίσως να ζούσαμε στον καλύτερο κόσμο στα μέτρα της ανθρώπινης φύσης.Από την στιγμή που λείπει,όμως,η συνείδηση απ'τα θεμέλια αυτού του κόσμου όσα έχουν συμβεί,συμβαίνουν και θα συμβαίνουν θα είναι αποτέλεσμα αυτής της συγκυρίας.Και δεν θα υπάρξει μέτρο στα γεγονότα γιατί δεν υπάρχει μέτρο στην συνείδηση.Από την στιγμή που απουσιάζει αυτόματα δημιουργούνται εύφορα εδάφη για το χειρότερο.Η πραγματικότητα δεν είναι η αιτία του κακού αλλά το αποτέλεσμα.Το γιατί βρίσκεται κρυμμένο στο παρασκήνιο το οποίο ρυθμίζει την πραγματικότητα σαν μαριονέτα ανάλογα με τις προθέσεις της.

Ιδεολογίες,απόψεις,διακρίσεις,στερεότυπα,προσχήματα είναι μαύρα ρούχα που φορέσαμε πάνω στην αλήθεια για να δίνουν νόημα στα ίδια τα ρούχα.

Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

Το μπαλόνι και οι γαλάζιοι φάκελοι.


"Δώσαμε ραντεβού στο συντριβάνι.Όπως κάθε φορά.Είχε αρχίσει να νυχτώνει αργά.Όπως και για μας.Περπατήσαμε στην Ερμού αγκαλιά.Μου πήρες ένα μπαλόνι από εναν πλανόδιο.Ταιριάζει,έλεγες,έτσι μικροσκοπική που είμαι και γλυκιά.Εγώ γέλασα,το πήρα και το έδειχνα σε όλη την Ερμού σαν τρόπαιο.Και ύστερα γέλασες και συ.Όλα ήταν απλά,χρωματισμένα και ανάλαφρα.Σαν το μπαλόνι.

Έτσι περνούσε ο καιρός.Μέχρι που φτάσαμε στο μαγαζί που τόσο ήθελα.Πάντα με πείραζες όποτε παθιαζόμουν με τους ανθρώπους.Σε πείραζε αυτή η υπερβολή μου κι ας ήξερα καλά πως ήταν ο λόγος που ήσουν δίπλα μου.Δυο γαλάζιοι φάκελοι με το όνομα μου κρατούσαν μέσα τους νύχτες ολόκληρες.Η αγωνία και η αμφιβολία τόσων βραδιών ξετρύπωνε που και που και με έκανε να ανησυχώ αλλά και να τους αγαπώ περισσότερο.Για μένα ήταν σπουδαίο και εσύ ήσουν παρών.Και αυτό το έκανε πιο σπουδαίο.

Έδωσα τον έναν.Δεν θυμάμαι ούτε στιγμή απ'την σκηνή.Θυμάμαι που κοίταζα εκείνον να κρατά κάτι δικό μου.Είχα την ψευδαίσθηση ότι κάτι με ενώνει με τον απόμακρο κύριο που στεκόταν στα σκοτεινά,ένα βήμα από τους προβολείς.Όλο αφορμή για συγγένεια ψάχνω,ξέρω.Ήμουν πολύ περήφανη για μένα.Και εσύ ήσουν αλλά όπως πάντα δεν θα μου το έλεγες.Το παιδί με το μπαλόνι χαμογελούσε και είχε μαγκωθεί από το πουκάμισο σου.

Κι ύστερα κάτω από μουσικές,βλέμματα και συγκινήσεις μου γκρέμισες όλο το αγαπημένο μου σκηνικό.Στην αρχή νόμιζα πως δεν άκουσα.Αλλά ο τόνος την φωνή σου δεν μου άφησε περιθώρια για ενδεχόμενα."Δεν βρίσκω νόημα στην ζωή,καταλαβαίνεις;"

Έξω απ'την πόρτα αυτής της φράσης έμεινα μέχρι την τελευταία νότα.Είδες και δάκρυα χωρίς να το περιμένεις.Δεν είχες πρόθεση μου είπες.Εγώ δεν άκουγα τίποτα.Μέχρι που είδα τον γαλάζιο φάκελο που μου είχε απομείνει.Σηκώθηκα απ'την καρέκλα ζαλισμένη και προχώρησα.Στάθηκα έξω απ'την πόρτα και περίμενα να τον παραδώσω.Η αναμόνη τέτοιες στιγμές ήταν πάντα σύμμαχος μου.Έκανε την αγωνία μου μεγαλύτερη και το τέλος της πιο βαθύ.Τότε έγινε ένας απέραντος χρόνος σκέψης.Κι ας ήταν πέντε μόνο λεπτά.

Όταν πέρασα την πόρτα τα δάκρυα δεν με είχαν εγκαταλείψει.Τα βλέμματα ήταν αναμενόμενα.Δεν είχα χρόνο ούτε πρόθεση να εξηγήσω.Ευτυχώς λίγο πριν τους συναντήσω άρχισαν να στεγνώνουν.Τους αγκάλιασα,τους μίλησα άφησα τον γαλάζιο φάκελο κρυφά μέσα στο περιτύλιγμα του βιβλίου και έφυγα.

Τίποτα δεν ήταν το ίδιο .Οι γαλάζιοι φάκελοι που πίστευα πως θα είναι οι πρωταγωνιστές της βραδιάς έμοιαζαν μικροί και άδειοι.Κι ας ήταν ένα όνειρο που έφτασε σε έναν από τους προορισμούς του.Το παιδί κάποτε θα αφήσει το μπαλόνι για τους ουρανούς.Αφού δεν θα έχει πια σε ποιον να το δείχνει..."